VÄRN κριτική πριν την πρεμιέρα: 81 λεπτά βόρειας έντασης με τον Ντενί Λαβάν στο κάδρο
Κάποιες ταινίες δεν τραβούν την προσοχή με την αφίσα τους αλλά με τη διαδρομή τους στα φεστιβάλ, και το VÄRN είναι ακριβώς τέτοια περίπτωση. Το δράμα του John Skoog έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Σαν Σεμπαστιάν και διαγωνίστηκε στο Γκέτεμποργκ. Λίγα πράγματα είναι γνωστά γι' αυτό, όμως όσα ξέρουμε φτάνουν και περισσεύουν για να μπει στη λίστα μου.
Σύντομο, αυστηρό και μάλλον όχι για όλους, αλλά χάρη στην παρουσία του Ντενί Λαβάν και στο φεστιβαλικό του βιογραφικό, είναι από τις ευρωπαϊκές ταινίες δημιουργού που περιμένω με τη μεγαλύτερη περιέργεια αυτό το φθινόπωρο.
Στοιχεία ταινίας
| Σκηνοθεσία | John Skoog |
|---|---|
| Πρωταγωνιστούν | Michalis Koutsogiannakis, Denis Lavant, Livia Millhagen, Agnieszka Podsiadlik, Sol Roach |
| Είδος | Δραματικές ταινίες |
| Διάρκεια | 81 λεπτά |
| Χώρα | Ολλανδικές ταινίες, Δανέζικες ταινίες, Σουηδικές ταινίες, Φινλανδικές ταινίες, Πολωνικές ταινίες |
Τι πραγματεύεται; Γι' αυτό σωπαίνουμε, και όχι τυχαία
Ας ξεκινήσω με μια ειλικρινή εξομολόγηση: για την υπόθεση του VÄRN δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα πριν την προβολή του. Το διαθέσιμο υλικό δεν αποκαλύπτει ιστορία, μόνο τη φεστιβαλική πορεία, το είδος και το καστ. Κι εγώ δεν πρόκειται να επινοήσω μια πλοκή απλώς για να γεμίσω τις γραμμές. Όποιος ψάχνει συγκεκριμένη περίληψη, θα απογοητευτεί.
Αυτό που ξέρουμε σίγουρα: πρόκειται για δράμα με διάρκεια μόλις 81 λεπτών. Και μόνο αυτό λέει πολλά. Σε αυτό το είδος, τα 81 λεπτά υπόσχονται σφιχτή αφήγηση, μια ταινία που δεν απλώνει αυτό που έχει να πει αλλά το πετάει κατάμουτρα και τελειώνει. Όλα δείχνουν ότι δεν μας περιμένει χαλαρός κυριακάτικος στοχασμός, αλλά κάτι πιο ωμό, πιο σκληρό.
Και ο τίτλος έχει βάρος, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε αν πρέπει να τον διαβάσουμε κυριολεκτικά ή μεταφορικά. Ένα οχυρό μπορεί να είναι πέτρινο τείχος, μπορεί όμως να είναι και άνθρωπος που κλείνεται στον εαυτό του, αμύνεται, αποκλείει τους πάντες. Ανυπομονώ να δω προς τα πού θα το πάει ο Skoog.
Πέντε χώρες, μία ταινία: το βάρος της συμπαραγωγής
Ολλανδία, Δανία, Σουηδία, Φινλανδία και Πολωνία μαζί. Τόσο πλατιές συνεργασίες σπάνια στήνονται γύρω από ένα μικρό, ασήμαντο πρότζεκτ. Τα ευρωπαϊκά ταμεία και οι συμπαραγωγοί δεν σκορπούν τα χρήματά τους αν δεν πιστεύουν στον δημιουργό. Φυσικά αυτό δεν εγγυάται ποιότητα, έχουμε δει αρκετές ευρωπαϊκές συμπαραγωγές συναρπαστικές στα χαρτιά και άψυχες στην οθόνη, αλλά είναι καλό σημάδι.
Το ίδιο διεθνές στίγμα φαίνεται και στο καστ: ελληνικά, γαλλικά, σουηδικά και πολωνικά ονόματα μπλέκονται μεταξύ τους. Αυτό παραπέμπει σε μια ταινία όπου οι γλώσσες, οι κουλτούρες και η αίσθηση του ξένου ίσως να είναι από μόνες τους θέμα, όμως αυτό το υποψιάζομαι, δεν το ισχυρίζομαι.
Ντενί Λαβάν, ο απρόβλεπτος
Αν έπρεπε να κόψω εισιτήριο για ένα μόνο όνομα, αυτό θα ήταν ο Ντενί Λαβάν. Ο Γάλλος ηθοποιός έγινε θρύλος ως σταθερός συνοδοιπόρος του Λεός Καράξ, και από την τρέλα του Holy Motors και μετά δεν υπάρχει σινεφίλ που να μην αναρωτιέται όταν βλέπει το όνομά του στους τίτλους. Το σώμα του Λαβάν είναι από μόνο του υποκριτικό εργαλείο: ακροβατικό, ζωώδες, συχνά τρομακτικό, άλλοτε σπαρακτικά ευάλωτο. Δεν είναι ηθοποιός που τον προσλαμβάνεις για να κάθεται ήσυχος στο φόντο.
Τι ακριβώς ρόλο έχει στο VÄRN δεν το ξέρουμε. Ξέρουμε όμως ότι ένας σκηνοθέτης που διαλέγει τον Λαβάν δεν ψάχνει ασφαλείς, χλιαρές λύσεις. Δίπλα του βρίσκονται ο Μιχάλης Κουτσογιαννάκης, η Livia Millhagen, η Agnieszka Podsiadlik και η Sol Roach, πρόσωπα λιγότερο γνωστά στο ευρύ κοινό, αλλά σε τέτοιες ταινίες συχνά τα άγνωστα πρόσωπα φέρνουν τις μεγαλύτερες εκπλήξεις.
Ο John Skoog και η εμπιστοσύνη των φεστιβάλ
Το όνομα του σκηνοθέτη John Skoog μάλλον δεν λέει πολλά στο ελληνικό κοινό, όμως τα φεστιβάλ τον έχουν προφανώς στηρίξει. Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν, ένα από τα παλαιότερα φεστιβάλ κατηγορίας Α στον κόσμο, όχι μέρος όπου μπαίνει ό,τι να 'ναι. Επιπλέον, η ταινία επιλέχθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα Nordic Competition του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Γκέτεμποργκ, μίας από τις σημαντικότερες βιτρίνες του βόρειου σινεμά.
Η επιλογή από δύο φεστιβάλ τέτοιου βεληνεκούς δεν κρίνει αν η ταινία θα αρέσει σε μένα ή σε σένα. Δείχνει όμως ότι αυστηροί, έμπειροι επιλογείς βρήκαν μέσα της κάτι που αξίζει συζήτηση. Και αυτό το παίρνω στα σοβαρά.
Πού μπορεί να λάμψει και πού να σκοντάψει;
Ας ξεκινήσουμε από τα δυνατά σημεία, όπως τα διαβάζω από τους οιωνούς:
- Πυκνότητα. Τα 81 λεπτά είναι σπάνιο δώρο στην εποχή των ταινιών των δυόμισι ωρών. Αν ο σκηνοθέτης ξέρει τι θέλει, αυτή η διάρκεια μπορεί να γίνει αμείλικτα αποτελεσματική.
- Το χάρισμα του Λαβάν. Μπορεί να σηκώσει μια ταινία ακόμη και με μία μόνο σκηνή.
- Βόρεια ατμόσφαιρα. Με βάση το σκανδιναβικό και πολωνικό υπόβαθρο της παραγωγής, περιμένω μια σκοτεινή, ατμοσφαιρική ταινία με δυνατή εικόνα.
Και οι κίνδυνοι, γιατί υπάρχουν κι αυτοί:
- Προσβασιμότητα. Οι φεστιβαλικές ταινίες συχνά ζητούν δουλειά και από τον θεατή. Όποιος αγαπά τη γρήγορη πλοκή, τους διαλόγους που εξηγούν τα πάντα και τις κλειστές ιστορίες, εύκολα θα μείνει απέξω.
- Η συντομία κόβει και από τις δύο μεριές. Αν η ταινία ζωγραφίζει διάθεση αντί να αφηγείται, μπορείς να χαθείς μέσα της ακόμη και σε 81 λεπτά.
- Λίγες πληροφορίες. Απλώς δεν ξέρουμε τι θα πάρουμε. Αυτό είναι συναρπαστικό, αλλά και ρίσκο.
Γι' αυτό οι αναμενόμενες βαθμολογίες μου είναι συγκρατημένα αισιόδοξες. Τις υψηλότερες τις δίνω στη σκηνοθεσία και στις ερμηνείες, γιατί εκεί βλέπω τα πιο ισχυρά σημάδια. Στην ιστορία είμαι πιο φειδωλός, απλώς επειδή γι' αυτήν ξέρουμε τα λιγότερα.
Σε ποιους το προτείνουμε;
- Είναι για σένα αν: Για όσους αγαπούν το λιτό, ανήσυχο ευρωπαϊκό σινεμά δημιουργού, για όσους στήνουν αυτί μόλις ακούσουν το όνομα του Ντενί Λαβάν και για όσους κυνηγούν κάθε χρόνο τις ταινίες που ξεχωρίζουν στα μεγάλα φεστιβάλ.
- Καλύτερα να το προσπεράσεις αν: Όποιος ψάχνει ανάλαφρη διασκέδαση, ξεκάθαρη ιστορία ή οικογενειακή έξοδο, καλύτερα να διαλέξει κάτι άλλο. Ο σκληρός, φεστιβαλικός χαρακτήρας της ταινίας είναι αρκετά σαφής προειδοποίηση.
Αν σου αρέσει, δες επίσης: Holy Motors (2012), Το άλογο του Τορίνο (2011), Η λευκή κορδέλα (2009), Μελαγχολία (2011)
Συχνές ερωτήσεις
Πόσο διαρκεί το VÄRN;
Η διάρκεια της ταινίας είναι 81 λεπτά.
Ποιος σκηνοθέτησε το VÄRN;
Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο John Skoog.
Ποιοι πρωταγωνιστούν στο VÄRN;
Στους βασικούς ρόλους εμφανίζονται οι Μιχάλης Κουτσογιαννάκης, Ντενί Λαβάν, Livia Millhagen, Agnieszka Podsiadlik και Sol Roach.
Πού έκανε πρεμιέρα το VÄRN;
Η παγκόσμια πρεμιέρα έγινε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Σαν Σεμπαστιάν, ενώ η ταινία επιλέχθηκε και στο διαγωνιστικό Nordic Competition του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Γκέτεμποργκ.
Αξίζει να κλειστούμε στο οχυρό του VÄRN;
Κατά τη γνώμη μου ναι, αρκεί να ξέρεις σε τι μπλέκεσαι. Το VÄRN δεν είναι ταινία για χαλαρή βραδιά με φίλους και ποπκόρν στο χέρι. Είναι ένα σύντομο, πιθανότατα σκοτεινό ευρωπαϊκό δράμα, δοκιμασμένο στα φεστιβάλ, με έναν από τους πιο ιδιαίτερους εν ζωή ηθοποιούς, τον Ντενί Λαβάν. Η διπλή επιλογή από Σαν Σεμπαστιάν και Γκέτεμποργκ, η συμπαραγωγή πέντε χωρών και τα σφιχτά 81 λεπτά δείχνουν όλα ότι ο John Skoog ήθελε να καταθέσει κάτι αποφασιστικό, με δική του φωνή.
Αν τα κατάφερε, θα το μάθουμε όταν τη δούμε. Μέχρι τότε, την αναμενόμενη βαθμολογία μου τη στοχεύω στη ζώνη του επτά με οκτώ, και ομολογώ ότι αν μπορούσα να διαλέξω μία μόνο ευρωπαϊκή ταινία φεστιβάλ αυτό το φθινόπωρο, αυτή θα ήταν με μεγάλη πιθανότητα στην κορυφή της λίστας μου. Ρίσκο; Υπάρχει. Αλλά οι καλύτερες κινηματογραφικές εμπειρίες σπάνια γεννιούνται από ασφαλείς επιλογές.
