Clayface κριτική πριν την πρεμιέρα: ο σταρ του Χόλιγουντ που λιώνει σε τέρας
Σπάνια η πιο τρομακτική λέξη στη σύνοψη μιας ταινίας τρόμου είναι η αγάπη. Το Clayface αφηγείται την κατάρρευση ενός σταρ του Χόλιγουντ που, μετά από μυστηριώδη πειράματα, μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα διψασμένο για εκδίκηση. Αυτό το στήσιμο μου άναψε αμέσως όλα τα κόκκινα λαμπάκια, με την καλή έννοια. Στις 22 Οκτωβρίου θα μάθουμε αν ο James Watkins μας φέρνει πραγματικά τρόμο του σώματος και της ψυχής ή απλώς άλλο ένα λαστιχένιο τέρας.
Στα χαρτιά, ένα από τα πιο τολμηρά horror του φθινοπώρου, που αν κρίνουμε από το παρελθόν του σκηνοθέτη θα δουλέψει περισσότερο το στομάχι σου παρά τα μάτια σου.
Στοιχεία ταινίας
| Πρεμιέρα στην Ελλάδα | 22.10.2026 |
|---|---|
| Σκηνοθεσία | James Watkins |
| Πρωταγωνιστούν | Max Minghella, Naomi Ackie, Eddie Marsan, Tom Rhys Harries, David Dencik, Francesca Corney |
| Είδος | Ταινίες τρόμου |
| Καταλληλότητα | K18 |
| Χώρα | Αμερικανικές ταινίες |
Τι λέει η ιστορία; Ένας σταρ που κυριολεκτικά χάνει το πρόσωπό του
Η επίσημη περιγραφή είναι λιτή, και κατά τη γνώμη μου αυτό είναι καλό σημάδι. Έχουμε κάποιον που κάποτε ήταν λαμπερό αστέρι του Χόλιγουντ και που μετατρέπεται σε εκδικητικό τέρας. Ο πρωταγωνιστής χάνει τον εαυτό του, ο άνθρωπος μέσα του σβήνει σιγά σιγά και, το πιο σκληρό απ' όλα, φθείρεται και το πιο πολύτιμο συναίσθημά του: η αγάπη. Όλα ξεκινούν από μυστηριώδη επιστημονικά πειράματα που τον ρίχνουν σε έναν σκοτεινό, ανατριχιαστικό κόσμο.
Αυτά είναι τα δεδομένα και δεν θέλω να προσθέσω τίποτα παραπάνω. Όμως όσα διαβάζει κανείς ανάμεσα σε αυτές τις λίγες γραμμές με ενθουσιάζουν: δεν πρόκειται για το κλασικό «έρχεται το τέρας, τρέχουμε». Εδώ το τέρας είναι ο ίδιος ο ήρωας και ο τρόμος ξεκινά από μέσα. Το ερώτημα δεν είναι ποιος θα πεθάνει, αλλά πόσα θα απομείνουν από κάποιον που σταδιακά ξεχνά γιατί αγάπησε ποτέ.
Ο πηλός ως μοτίβο είναι ιδιοφυώς απλός: πλάθεται, ζυμώνεται, γίνεται οτιδήποτε, και ακριβώς γι' αυτό δεν έχει δική του μορφή. Δύσκολα βρίσκεις πιο εύστοχη μεταφορά για το Χόλιγουντ. Ο τίτλος θα φέρει στο μυαλό πολλών τον γνωστό αντίπαλο του Batman από τα κόμικς της DC, όμως απ' ό,τι φαίνεται η ταινία θέλει πρώτα απ' όλα να λειτουργήσει ως horror και ως ανθρώπινη τραγωδία, όχι ως υπερηρωικό ξύλο.
James Watkins, ο μάστορας των άβολων λεπτών
Αν με ρωτάτε, το πιο δυνατό χαρτί της ταινίας είναι το όνομα του σκηνοθέτη. Ο James Watkins δεν σε τρομάζει με ξαφνιάσματα, σε πνίγει. Το Eden Lake παραμένει ένα από τα πιο σκληρά βρετανικά θρίλερ που έχω δει, από εκείνες τις ταινίες που σου αφήνουν πικρή γεύση για μέρες. Η Γυναίκα με τα Μαύρα ήταν μια κλασική ιστορία φαντασμάτων, γεμάτη αποπνικτική ατμόσφαιρα και παλιομοδίτικη γοητεία, ενώ με την αμερικανική εκδοχή του Speak No Evil απέδειξε ότι χειρίζεται άψογα τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην κοινωνική αμηχανία και την ωμή βία.
Το κοινό σε όλες αυτές τις δουλειές: τον Watkins τον ενδιαφέρει τι συμβαίνει στον άνθρωπο όταν ξεφλουδίζει το πολιτισμένο του περιτύλιγμα. Αυτή ακριβώς είναι η πρώτη ύλη του Clayface. Ένας σταρ που ζούσε από την επιφάνεια, την εικόνα, το πρόσωπό του, και τώρα τα χάνει όλα. Δύσκολα φαντάζεσαι καλύτερο ταίριασμα σκηνοθέτη και θέματος.
Υπάρχει όμως κάτι που δεν ξέρουμε: πόσο άνετα θα κινηθεί ο Watkins σε ένα horror μεγαλύτερης κλίμακας, στηριγμένο στα εφέ. Μέχρι τώρα η δύναμή του ήταν ο συγκρατημένος, γειωμένος τρόμος. Αν καταφέρει να τον μεταφέρει σε μια ταινία τέρατος με μεταμορφώσεις, θα έχουμε κάτι μεγάλο. Αν τα εφέ κλέψουν την παράσταση, ίσως χαθεί αυτό στο οποίο είναι πραγματικά καλός.
Ένα καστ χωρίς αδύναμο κρίκο
Η λίστα των ηθοποιών δεν στηρίζεται σε σούπερ σταρ της αφίσας, αλλά σε αξιόπιστους, χαρακτηριστικούς ερμηνευτές, και πιστεύω πως αυτό είναι συνειδητή επιλογή.
- Ο Max Minghella θα σας είναι γνωστός από την Ιστορία της Πορφυρής Δούλης, όπου έδειξε ακριβώς το είδος της εσωτερικής πάλης που χρειάζεται μια τέτοια ιστορία.
- Η Naomi Ackie είναι από τις πιο συναρπαστικές ανόδους των τελευταίων χρόνων. Μετά το Mickey 17 και το Blink Twice, δύσκολα βρίσκεις καλύτερη επιλογή για έναν ρόλο που πρέπει να δώσει συναισθηματικό βάρος σε ένα horror.
- Ο Eddie Marsan είναι από εκείνους που αφήνουν το στίγμα τους μέσα σε πέντε λεπτά. Αν κάποιος σε μια ταινία πρέπει να αποπνέει ψυχρή, ηθικά αμφίβολη απειλή, είναι ενστικτωδώς σωστή επιλογή, αν και δεν ξέρουμε ακόμη ποιον υποδύεται εδώ.
- Δίπλα τους συμπληρώνουν το καστ οι Tom Rhys Harries, David Dencik, Francesca Corney, Wil Coban και Jake Curran.
Ποιος παίζει ποιον δεν έχει αποκαλυφθεί, οπότε δεν θα κάνω εικασίες. Σίγουρο είναι ότι όλοι σε αυτή την ομάδα ξέρουν να δουλεύουν συγκρατημένα, με μικρές κινήσεις, κι αυτό σε μια ταινία που αφορά την αργή εξαφάνιση ενός ανθρώπου αξίζει χρυσάφι.
Γιατί μπορεί να είναι εξαιρετικό
Το body horror ζει μια νέα άνθιση τα τελευταία χρόνια, και όχι τυχαία. Το σώμα μας βρίσκεται υπό διαρκή επιθεώρηση: φίλτρα, επεμβάσεις, το κυνήγι της νεότητας. Μια ταινία για τη σωματική και ψυχική αποσύνθεση ενός σταρ του Χόλιγουντ χτυπάει ακριβώς σε αυτό το νεύρο. Το The Substance έδειξε ότι το κοινό αγκαλιάζει έναν τόσο ανελέητα ειλικρινή, γκροτέσκο καθρέφτη.
Το άλλο δυνατό σημείο είναι η αγάπη. Σπάνια γράφω για ταινία τρόμου ότι την περιμένω εξαιτίας της ρομαντικής γραμμής, εδώ όμως αυτή μπορεί να είναι το κλειδί. Η μεγαλύτερη φρίκη δεν είναι να γίνεις τέρας, αλλά να ξέρεις, την ώρα που συμβαίνει, τι χάνεις. Αν ο Watkins κρατήσει αυτή τη συνειδητότητα, η ταινία δεν θα είναι μόνο τρομακτική αλλά και οδυνηρή, και τα καλύτερα horror πάντα πονάνε λίγο.
Και υπάρχει η ελπίδα των πρακτικών εφέ. Ένα πλάσμα από πηλό, που αλλάζει συνεχώς μορφή, σχεδόν εκλιπαρεί για χειροποίητα, απτά κόλπα. Αν η ταινία πάει προς τα εκεί, οι φίλοι του είδους θα το γιορτάσουν.
Πού μπορεί να σκοντάψει
Ώρα για λίγο κρύο νερό. Η φράση «μυστηριώδη επιστημονικά πειράματα» είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να βγει μια σφιχτή, κλειστοφοβική ιστορία, μπορεί όμως και ατελείωτες εξηγήσεις από τύπους με άσπρες ποδιές που σκοτώνουν το μυστήριο. Τέτοιες ταινίες συχνά χάνονται τη στιγμή που θέλουν να εξηγήσουν τα πάντα.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η εκδίκηση. Το «εκδικητικό τέρας» εύκολα γλιστράει σε ένα απλό slasher ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, όπου ο τραγικός ήρωας γίνεται μια ακόμη μηχανή θανάτου και η ταινία ξεχνά γιατί αρχίσαμε να νοιαζόμαστε γι' αυτόν. Αν η τρίτη πράξη είναι απλώς μια σειρά θυμάτων που τσεκάρονται ένα ένα, θα είναι κρίμα για μια τέτοια ιδέα.
Τέλος, ο τίτλος. Όποιος ακούει το όνομα και σκέφτεται τον κακό των κόμικς μπορεί να περιμένει εντελώς διαφορετική ταινία από αυτή που θα δει. Η συμβουλή μου: μπείτε στην αίθουσα περιμένοντας horror, όχι υπερηρωική δράση, και δεν θα απογοητευτείτε.
Σε ποιους το προτείνουμε;
- Είναι για σένα αν: Για όσους αγαπούν το body horror με ψυχολογικό βάθος, την αργή, αποπνικτική ατμόσφαιρα, και για όσους ανατρίχιασαν με τις προηγούμενες ταινίες του James Watkins.
- Καλύτερα να το προσπεράσεις αν: Για όσους περιμένουν ελαφριά ξαφνιάσματα ή γρήγορη δράση βγαλμένη από κόμικς, καθώς και για όσους δεν αντέχουν τις γκροτέσκες σωματικές μεταμορφώσεις.
Αν σου αρέσει, δες επίσης: Η Μύγα (1986), The Substance (2024), Videodrome (1983), Eden Lake (2008), Joker (2019)
Συχνές ερωτήσεις
Πότε κάνει πρεμιέρα το Clayface στους κινηματογράφους;
Η ελληνική πρεμιέρα έχει οριστεί για τις 22 Οκτωβρίου 2026.
Τι πραγματεύεται το Clayface;
Έναν πρώην σταρ του Χόλιγουντ που, μετά από μυστηριώδη επιστημονικά πειράματα, γίνεται εκδικητικό τέρας, ενώ σταδιακά χάνει τον εαυτό του και το συναίσθημα της αγάπης.
Ποιος σκηνοθετεί το Clayface;
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο James Watkins.
Ποιοι πρωταγωνιστούν στο Clayface;
Στο καστ βρίσκονται οι Max Minghella, Naomi Ackie, Eddie Marsan, Tom Rhys Harries, David Dencik, Francesca Corney, Wil Coban και Jake Curran.
Είναι κατάλληλο το Clayface για παιδιά;
Όχι. Πρόκειται για ταινία τρόμου με γκροτέσκες σωματικές μεταμορφώσεις, φτιαγμένη για ενήλικο κοινό.
Αξίζει να κλείσεις εισιτήριο για τις 22 Οκτωβρίου;
Πιστεύω πως ναι, και με το παραπάνω. Το Clayface στηρίζεται σε μια ιδέα που θα βγάλει είτε ένα από τα πιο αξέχαστα horror της χρονιάς είτε μια τίμια αλλά ξεχασμένη ταινία τέρατος. Ενδιάμεση λύση δύσκολα τη φαντάζομαι. Με βάση την πορεία του σκηνοθέτη και την ποιότητα του καστ, ποντάρω στο πρώτο. Αν σου αρέσει όταν ένα horror δεν πετάγεται από τις σκοτεινές γωνίες αλλά τρυπώνει αργά κάτω από το δέρμα σου, μην το χάσεις. Αναμενόμενη βαθμολογία: ένα δυνατό 8 στα 10, με την προϋπόθεση ότι και η τρίτη πράξη θα σηκώσει το βάρος.
