Death Wish κριτική: ο Bruce Willis αφήνει το νυστέρι για το πιστόλι, αλλά το remake αστοχεί
Έρχεται κάποια στιγμή που μια κλασική ιστορία αυτοδικίας δεν αρκεί απλώς να ξεσκονιστεί· πρέπει να έχει και κάτι καινούργιο να πει. Το Death Wish του Eli Roth, από το 2018, σκοντάφτει ακριβώς εκεί. Η βασική ιδέα παραμένει δυνατή, ο Bruce Willis παραμένει Bruce Willis, όμως η ταινία δεν ξέρει στ' αλήθεια τι θέλει να κάνει μαζί τους. Σκληρή, αιματηρή, κάποιες φορές ειλικρινά διασκεδαστική, στο τέλος σε αφήνει περισσότερο με ένα σήκωμα των ώμων παρά με σφιγμένες γροθιές.
Αξιοπρεπής, αιματηρή B-movie δράσης με έναν κουρασμένο Bruce Willis, που ποτέ δεν τολμά να σηκώσει στ' αλήθεια το βάρος του θέματός της.
Στοιχεία ταινίας
| Πρεμιέρα στην Ελλάδα | 8.3.2018 |
|---|---|
| Σκηνοθεσία | Eli Roth |
| Πρωταγωνιστούν | Bruce Willis, Vincent D'Onofrio, Dean Norris, Elisabeth Shue, Camila Morrone, Beau Knapp |
| Είδος | Ταινίες δράσης, Αστυνομικές ταινίες, Θρίλερ, Δράματα |
| Διάρκεια | 107 λεπτά |
| Χώρα | Αμερικανικές ταινίες |
Τι πραγματεύεται το Death Wish, χωρίς spoilers;
Ο Δρ. Paul Kersey είναι χειρουργός στο Σικάγο και γνωρίζει τη βία του δρόμου μόνο από την πλευρά του χειρουργικού τραπεζιού. Κάθε μέρα του φέρνουν θύματα με τραύματα από σφαίρες και μαχαίρια, κι εκείνος κάνει τη δουλειά του: ράβει, μπαλώνει, σώζει, και μετά γυρίζει στην οικογένειά του στα προάστια. Αυτή η ασφαλής απόσταση εξαφανίζεται μέσα σε ένα βράδυ, όταν η γυναίκα του, Lucy, και η κόρη του, Jordan, δέχονται άγρια επίθεση μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Η αστυνομία είναι πνιγμένη στη δουλειά, η υπόθεση είναι μία από τις πολλές, και ο Paul καταλαβαίνει όλο και πιο καθαρά ότι αν δεν κάνει κάτι ο ίδιος, δεν θα κάνει κανείς. Από εκεί ξεκινά ο σκοτεινός δρόμος: ο άνθρωπος που θεραπεύει βγαίνει να κυνηγήσει τους δράστες για να αποδώσει δικαιοσύνη με τα δικά του χέρια. Αυτό είναι το στήσιμο και, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν χρειάζεται να ξέρεις τίποτα παραπάνω. Άλλωστε η ίδια η ταινία δεν κρύβει πολλές εκπλήξεις για όποιον έχει δει έστω και μία ταινία εκδίκησης.
Ο Bruce Willis ως κατσούφης χειρουργός
Για δεκαετίες το όνομα του Bruce Willis εγγυόταν ότι στην οθόνη κάποιος, κουρασμένος αλλά ακλόνητος, θα έβαζε τα πράγματα σε τάξη. Από τον John McClane του Die Hard ξέρουμε ότι λίγοι υποδύονται καλύτερα από εκείνον τον καθημερινό άνθρωπο που βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος ώρα και έγινε ήρωας από ανάγκη. Ο Paul Kersey θεωρητικά είναι ακριβώς τέτοιος τύπος, με μια ενδιαφέρουσα ανατροπή από πάνω: ένας γιατρός που ορκίστηκε να προστατεύει τη ζωή, τώρα την αφαιρεί.
Το πρόβλημα είναι ότι ο Willis σχεδόν δεν αξιοποιεί καθόλου αυτή την εσωτερική αντίφαση. Το πένθος και η οργή του εξαντλούνται σε μια μόνιμη, μισοβαριεστημένη έκφραση, και η μεταμόρφωση του ήρεμου οικογενειάρχη σε άγγελο της εκδίκησης συμβαίνει περισσότερο στο χαρτί παρά στην οθόνη. Υπάρχουν στιγμές που ξεπροβάλλει το παλιό χάρισμα, σε μια ξερή ατάκα ή σε μια σκηνή με ένταση, αλλά τις περισσότερες φορές έχεις την αίσθηση ότι ο Willis απλώς τσεκάρει άλλον έναν ρόλο δράσης. Κρίμα, γιατί ο ρόλος άξιζε κάτι περισσότερο.
Οι δεύτεροι ρόλοι που άξιζαν περισσότερα
Στα χαρτιά το καστ είναι πραγματικά δυνατό. Ο Vincent D'Onofrio υποδύεται τον αδελφό του Paul, τον Frank Kersey, και η δική του παρουσία είναι αυτή που δίνει την περισσότερη αλήθεια στο οικογενειακό δράμα. Από το Full Metal Jacket ακόμη, ο D'Onofrio έχει αποδείξει ότι μπορεί να βγάλει βάρος και από την πιο μικρή κίνηση, κι εδώ είναι εκείνος που παρακολουθείς με χαρά όποτε εμφανίζεται.
Ο Dean Norris, που οι περισσότεροι τον ξέρουν ως Hank Schrader από το Breaking Bad, παίζει τον ντετέκτιβ Rains. Ο ρόλος του πατάει κυρίως στο καλούπι του κουρασμένου, κυνικού μπάτσου, όμως ο Norris τον αξιοποιεί στο έπακρο: έχει ένα χαλαρό, στεγνό χιούμορ που κάνει καλό στον βαρύ τόνο της ταινίας. Δίπλα του εμφανίζεται η Kimberly Elise ως ντετέκτιβ Jackson. Η Elisabeth Shue ως Lucy Kersey και η Camila Morrone ως Jordan καλούνται να δείξουν τη ζεστασιά της οικογένειας, αλλά το σενάριο δεν τους δίνει αρκετό χώρο για να τις αγαπήσεις πριν χτυπήσει η τραγωδία. Κι όμως, από αυτό εξαρτάται η συναισθηματική μηχανή της ταινίας.
Ο Beau Knapp ως Knox είναι όσο αντιπαθής χρειάζεται, ενώ ο Len Cariou ως Ben έχει μια πιο σύντομη αλλά πιο αξιομνημόνευτη παρουσία.
Ο Eli Roth και η διπλή ψυχή του είδους
Οι λάτρεις του τρόμου ξέρουν τον Eli Roth από το Hostel και το Cabin Fever, δηλαδή μιλάμε για σκηνοθέτη που δεν φοβάται το αίμα και τη σκληρότητα. Αυτό φαίνεται και εδώ: η βία είναι ωμή και κάποιες φορές σερβίρεται με σχεδόν γκροτέσκο τρόπο, οπότε η ταινία απευθύνεται καθαρά σε ενήλικο κοινό. Υπάρχουν μία δυο σκηνές όπου ξυπνούν τα αντανακλαστικά του Roth από τον τρόμο, και τότε η ταινία ξαφνικά ζωντανεύει, γιατί επιτέλους έχει κάτι δικό της.
Το πρόβλημα βρίσκεται κυρίως στον τόνο. Η ταινία θέλει ταυτόχρονα να είναι σοβαρό δράμα για το πένθος και την κοινωνική βία, αλλά και διασκεδαστική, λίγο αυθάδης ταινία δράσης όπου το κοινό χειροκροτεί όταν οι κακοί παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Αυτά τα δύο δύσκολα συνυπάρχουν, και ο Roth δεν βρίσκει το κλειδί. Θέτει τα ηθικά ερωτήματα της αυτοδικίας, αλλά ποτέ δεν μένει αρκετά κοντά τους ώστε να πονέσουν. Το πρωτότυπο του 1974, με τον Charles Bronson, ήταν προκλητικό για την εποχή του· αυτή η εκδοχή απλώς επαναλαμβάνει βολικά τη συνταγή.
Τι δουλεύει και πού γλιστράει;
- Δουλεύει: το χειρουργικό υπόβαθρο, που χαρίζει μερικές έξυπνες στιγμές όπου οι ιατρικές γνώσεις του Paul του φαίνονται χρήσιμες.
- Δουλεύει: ο ρυθμός. Τα 107 λεπτά δεν σέρνονται, η ταινία προχωράει γρήγορα και δεν γίνεται ποτέ βαρετή.
- Δουλεύει: ο D'Onofrio και ο Norris, που ανεβάζουν κάθε σκηνή τους.
- Αδύναμο: η εξέλιξη του χαρακτήρα. Η μεταμόρφωση του Paul είναι πολύ γρήγορη και χωρίς καμία τριβή.
- Αδύναμο: ο χειρισμός του θέματος. Η κουλτούρα των όπλων και η αυτοδικία αγγίζονται επιφανειακά· η ταινία δεν τολμά να πάρει θέση, κι όταν το κάνει, το αποτέλεσμα είναι λίγο αμήχανο.
- Αδύναμο: η προβλεψιμότητα. Αν έχεις δει ταινία εκδίκησης, ξέρεις πάνω κάτω από πριν τις δραματουργικές καμπές.
Οπτικά η ταινία στέκει: οι σκοτεινοί, βρεγμένοι δρόμοι του Σικάγο έχουν ατμόσφαιρα, οι σκηνές δράσης είναι ευανάγνωστες και καλά μονταρισμένες. Απλώς δεν παίρνουμε τίποτα που θα θυμάσαι εβδομάδες μετά.
Σε ποιους το προτείνουμε;
- Είναι για σένα αν: Για όσους θέλουν μια απλή, αιματηρή, γρήγορη ταινία εκδίκησης για ένα βράδυ με μπίρα και χαίρονται να ξαναδούν τον Bruce Willis με όπλο στο χέρι.
- Καλύτερα να το προσπεράσεις αν: Για όσους περιμένουν βαθύ δράμα ή μια λεπτή ανατομία της αυτοδικίας, καθώς και για όσους δεν αντέχουν την ωμή, νατουραλιστική βία.
Αν σου αρέσει, δες επίσης: Death Wish (1974), The Equalizer (2014), Taken (2008), Law Abiding Citizen (2009), Harry Brown (2009)
Συχνές ερωτήσεις
Τι πραγματεύεται το Death Wish (2018);
Η οικογένεια του Δρ. Paul Kersey, χειρουργού στο Σικάγο, δέχεται άγρια επίθεση στο σπίτι της, και επειδή η πνιγμένη στη δουλειά αστυνομία δεν προχωρά, ο Paul βγαίνει ο ίδιος να κυνηγήσει τους δράστες.
Πότε κυκλοφόρησε το Death Wish στους ελληνικούς κινηματογράφους;
Η ταινία βγήκε στις ελληνικές αίθουσες στις 8 Μαρτίου 2018.
Πόση διάρκεια έχει το Death Wish;
Η ταινία διαρκεί 107 λεπτά.
Ποιος σκηνοθέτησε το Death Wish και ποιοι πρωταγωνιστούν;
Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Eli Roth. Πρωταγωνιστεί ο Bruce Willis ως Paul Kersey, μαζί με τους Vincent D'Onofrio, Dean Norris, Elisabeth Shue και Camila Morrone.
Ποιος είναι ο πρωτότυπος τίτλος του Death Wish;
Ο πρωτότυπος αγγλικός τίτλος είναι Death Wish, ίδιος με αυτόν που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα.
Αξίζει απόψε να αναθέσεις την εκδίκηση στον Bruce Willis;
Αν κάτσεις μπροστά του με τις ελάχιστες προσδοκίες, το Death Wish δεν θα σε απογοητεύσει: είναι ένα τίμια φτιαγμένο, αιματηρό, γρήγορο φιλμ είδους που δίνει ακριβώς ό,τι υπόσχεται η αφίσα του. Αν όμως θέλεις κάτι παραπάνω, ένα συγκλονιστικό οικογενειακό δράμα, ένα θρίλερ γεμάτο ηθικά άβολα ερωτήματα ή μια ερμηνεία του Willis που θα θυμάσαι, καλύτερα να πιάσεις την πρωτότυπη ταινία με τον Bronson ή κάποια πιο δυνατή σύγχρονη ιστορία εκδίκησης. Σε streaming, για ένα βαρετό βράδυ, χωράει άνετα, αλλά σχεδόν σίγουρα δεν θα το ξαναδείς. Από μένα ένα οριακό πέντε στα δέκα, και μέσα σε αυτό μετράνε και οι καλές σκηνές του D'Onofrio και του Norris.
